ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΥΓΙΗ ΠΑΙΔΙΑ

Θωμάς Χ. Παπαλεξανδρής

Category Archive : Οι ‘απορίες’ της Παρασκευής

“Τι χρώμα θα αποκτήσουν τα μάτια του νεογέννητου παιδιού μου;” “Θα παραμείνει αυτό το όμορφο κυανό χρώμα της γέννησης ή θα αλλάξει και πότε;”

Πολύ συχνά, με την ευκαιρία των πρώτων επισκέψεων, οι γονείς μας κάνουν αυτές τις ερωτήσεις. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να μιλήσουμε για το πώς σχηματίζεται το χρώμα των ματιών, μέχρι πότε μπορεί να αλλάξει και την πιθανότητα τα δύο μάτια να έχουν διαφορετικό χρώμα (ετεροχρωμία).

Στην ερώτηση “πότε ένα μωρό θα αποκτήσει το οριστικό χρώμα στα μάτια του;” η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μέχρι να γίνει τουλάχιστον 1 έτους. Όταν μιλάμε για το χρώμα των ματιών, μιλάμε για την εμφάνιση της ίριδας, του μυϊκού δακτυλίου γύρω από την κόρη, που ελέγχει την ποσότητα φωτός που εισέρχεται στο μάτι. Η ίριδα είναι μια λεπτή μεμβράνη που περιέχει κοκκιοκύτταρα (που ονομάζονται μελανοσώματα), αιμοφόρα αγγεία και δύο στρώματα λείου μυός που με τη σύσπαση και την χαλάρωση καθορίζουν την διακύμανση της διαμέτρου της κόρης. Επομένως, η ίριδα, εκτός από τον προσδιορισμό του χρώματος των ματιών, δρα ως μυϊκό διάφραγμα που ρυθμίζει τη διείσδυση του φωτός που φτάνει στον αμφιβληστροειδή μέσω της κόρης.

Το χρώμα της ίριδας καθορίζεται από την ποσότητα της μελανίνης που υπάρχει στα μελανοσώματα. Πρακτικά, όση περισσότερη υπάρχει, τόσο πιο σκοτεινό είναι το μάτι. Εάν η μελανίνη απουσιάζει εντελώς, θα έχουμε το φαινόμενο του αλφισμού (ερυθρά ίριδα). Ανάμεσα στα δύο άκρα – πολύ σκούρο καφέ και ερυθρό – θα έχουμε όλες τις άλλες αποχρώσεις του χρώματος. Το χρώμα των ματιών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην Γενετική που καθορίζει τόσο τη δομή, την κατανομή όσο και την ποσότητα της μελανίνης στα μελανοσώματα.

  • Τα μωρά των Αφρο-Αμερικανών, στην Λατινική Αμερική και στην Ασία γεννιούνται σχεδόν πάντα με σκούρα μάτια που παραμένουν σκοτεινά για όλη τους την ζωή.
  • Τα μωρά της Καυκάσιας φυλής γεννιούνται συνήθως με γαλάζια ή ακόμη και σκούρα γκρίζα μάτια, τα οποία μπορούν να αλλάξουν αρκετές φορές πριν από το πρώτο έτος της ζωής.

Όταν το μωρό γεννιέται, αφού περάσει τους πρώτους εννέα μήνες του στο σκοτάδι της μήτρας, τα μάτια είναι γκρίζα ή γαλάζια, καθώς έπειτα τα μελανοκύτταρα ανταποκρίνονται στο φως. Στους πρώτους μήνες της ζωής, εάν τα μελανοκύτταρα εκκρίνουν λίγη μελανίνη, το μωρό θα έχει γαλάζια μάτια, εάν εκκρίνει λίγο περισσότερο, τα μάτια του θα πάρουν ένα πράσινο ή φουντουκί χρώμα. Όταν τα μελανοκύτταρα είναι πολύ απασχολημένα με την σύνθεσή της, τα μάτια θα είναι καφέ, το πιο συνηθισμένο χρώμα και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φαίνονται μαύρα. Δεδομένου ότι χρειάζονται περίπου 12 μήνες για να ολοκληρώσουν τα μελανοκύτταρα το μεταβολικό τους έργο, ο καθορισμός του χρώματος είναι μία τυχαία διεργασία. Η αλλαγή χρώματος σε ορισμένα άτομα επιβραδύνεται μετά τους πρώτους 6 μήνες της ζωής, σε άλλα είναι σε εξέλιξη. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι εάν ένα νεογέννητο έχει καστανά μάτια κατά τη γέννηση, θα έχει σίγουρα καστανά μάτια ακόμη και όταν μεγαλώσει, ενώ ένα νεογέννητο με ανοιχτά μάτια θα μπορούσε να τα κρατήσει ή πιθανότατα να αλλάξει χρώμα αργότερα. Οποιαδήποτε αλλαγή χρώματος συμβεί μετά τους πρώτους 12 μήνες της ζωής πρέπει να γνωστοποιηθεί στον παιδίατρο, γιατί μπορεί να είναι ένδειξη ορισμένων βασικών μεταβολικών ασθενειών.

Στην σπάνια νόσο της φαινυλκετονουρίας η αύξηση του αμινοξέος φαινυλαλανίνη οφείλεται στην ανεπάρκεια του ηπατικού ενζύμου υδροξυλάση της φαινυλαλανίνης που την μετατρέπει στην τυροσίνη, ένα απαραίτητο αμινοξύ για τη σύνθεση των νευροδιαβιβαστών του εγκεφάλου, της μελανίνης και των θυρεοειδικών ορμονών. Χαρακτηρίζεται από ψυχοκινητική καθυστέρηση και εξαιρετικά ανοικτό χρώμα δέρματος και μαλλιών και γαλάζια μάτια (υπομελάγχρωση), καθώς η φαινυλαλανίνη δεν μπορεί να μετατραπεί σε μελανίνη, την χρωστική που είναι υπεύθυνη για το χρωματισμό του δέρματος, των μαλλιών και της ίριδας, από την αρχή της ζωής. Προλαμβάνεται με την κατάλληλη διατροφή έπειτα από τον προληπτικό μεταβολικό έλεγχο όλων των νεογέννητων που γίνεται στα μαιευτήρια.

Πρόσφατες μελέτες στο ανθρώπινο γονιδίωμα έχουν δείξει ότι υπάρχουν πολλά γονίδια που εμπλέκονται στον καθορισμό του χρώματος και συγκεκριμένα δύο (που ονομάζονται OCA2 και HERC2 στο χρωμόσωμα 15), καθένα από τα οποία έχει δύο αλληλόμορφα, δηλαδή μία από τις εναλλακτικές μορφές (κόκκινο, γαλάζιο, καφέ) στις οποίες μπορεί να εμφανιστούν. Το χρώμα των ματιών καθορίζεται από τον δυαδικό συνδυασμό των αλληλόμορφων γονιδίων. Εάν τα δύο αλληλόμορφα είναι διαφορετικά (ετεροζυγωτία πχ: 1 αλληλόμορφο = καφέ χρώμα + 1 αλληλόμορφο = γαλάζιο χρώμα), μόνο το κυρίαρχο θα εκδηλωθεί, που αντιστοιχεί στο καφέ χρώμα, ενώ το υπολειπόμενο δεν θα εκδηλωθεί. Το υπολειπόμενο χαρακτηριστικό μπορεί να εμφανιστεί μόνο εάν υπάρχουν και τα δύο υπολειπόμενα γονίδια μαζί (ομόζυγη κατάσταση).

“Τι χρώμα θα είναι τα μάτια του παιδιού μου;”

Η Γενετική του χρώματος των ματιών είναι αρκετά περίπλοκη (και ακόμη δεν έχει πλήρως εξηγηθεί), οπότε δεν είναι εύκολο ακόμη να προβλέψουμε το χρώμα των ματιών ενός παιδιού. Έτσι:

  • Δύο γονείς με γαλάζια μάτια έχουν μια καλή πιθανότητα (αλλά δεν είναι σίγουρο) να έχουν ένα παιδί με γαλάζια μάτια.
  • δύο γονείς με καστανά μάτια έχουν μεγάλη πιθανότητα να αποκτήσουν παιδί με καστανά μάτια. Ωστόσο, εάν ένας από τους παππούδες έχει γαλάζια μάτια, η πιθανότητα να αποκτήσει παιδί με το ίδιο χρώμα αυξάνεται λίγο.
  • εάν ο ένας γονέας έχει καστανά μάτια και ο άλλος έχει μπλε μάτια, οι πιθανότητες να αποκτήσουν παιδί με σκούρα ή γαλάζια μάτια είναι σχεδόν παρόμοιες.

“Εάν το παιδί έχει διαφορετικό χρώμα ματιών (ετεροχρωμία);”

Μιλάμε για ετεροχρωμία όταν το χρώμα είναι διαφορετικό μεταξύ των δύο ματιών (πλήρης ετεροχρωμία) ή εντός του ίδιου ματιού (μερική ετεροχρωμία). Η ετεροχρωμία οφείλεται στη διαφορετική συγκέντρωση και κατανομή της μελανίνης μεταξύ των δύο ματιών και δεν πρέπει να συγχέεται με τις κανονικές αποχρώσεις του χρώματος στην ίδια ίριδα. Η πλήρης ετεροχρωμία είναι αρκετά συχνή στο ζωικό βασίλειο, λιγότερο συχνή στον άνθρωπο (περίπου 1% του πληθυσμού). Μόνο σπάνια η συγγενής πλήρης ετεροχρωμία σχετίζεται με άλλες παθολογίες (πχ σύνδρομο Horner) και για το λόγο αυτό σε όλες τις περιπτώσεις συγγενών ετεροχρωμιών (που παρουσιάζονται τόσο στην γέννηση όσο και μετέπειτα στον ένα οφθαλμό) απαιτείται προσεκτική παιδιατρική και οφθαλμολογική αξιολόγηση.

ΠΗΓΕΣ: David L. Hill: “Newborn Eye Color”, healthychildren.org, 2020

Ο παιδίατρος στο μαιευτήριο μετά την πρώτη εξέταση του παιδιού μας, μας ανακοίνωσε με κάπως άκομψο τρόπο πως το παιδί μας παρουσιάζει μονές γραμμές στις παλάμες των χεριών του και πως θα πρέπει να το εξετάσει στο μέλλον και κλινικός γενετιστής. Ο προγεννητικός μας έλεγχος ήταν φυσιολογικός. Τι θα πρέπει να περιμένω από την επίσκεψη στον γενετιστή?

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ «ΠΙΘΗΚΟΕΙΔΟΥΣ ΓΡΑΜΜΗΣ»

Σε κανένα άλλο τομέα της Κλινικής Ιατρικής δεν είναι περισσότερο ουσιαστική και στοχευμένη η διάγνωση που προσφέρει ο τομέας της Κλινικής και Συμβουλευτικής Γενετικής. Το αποτέλεσμα της κλινικής και εργαστηριακής εξέτασης σε άνθρωπο με γενετικό νόσημα τον συνοδεύει στο υπόλοιπο της ζωής του και η ανακοίνωση θα πρέπει να δίδεται με εξαιρετική προσοχή και από ομάδα εξειδικευμένη στον έλεγχο, στην διάγνωση και στην αντιμετώπιση αυτής της κατηγορίας νοσημάτων.      

Επειδή οι γενετικές ασθένειες μπορούν να απασχολήσουν οποιοδήποτε όργανο, σε κάθε ηλικία και με αναρίθμητους τρόπους, μία ομάδα κλινικών σημείων μπορεί να ωθήσει τον κλινικό ιατρό να αποδώσει γενετική αιτιολογία σε μία κλινική κατάσταση. Βασισμένος στο οικογενειακό ιστορικό, παρατηρώντας ένα χαρακτηριστικό που αποτυπώνεται σε περισσότερα μέλη της ίδιας οικογένειας, έχει την δυνατότητα να το αναγνωρίσει με βάση την εκπαίδευση που έχει λάβει και να ζητήσει ειδική γενετική εξέταση, ώστε να το επιβεβαιώσει. Στην αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ειδική διάγνωση με βάση τα κλινικά ευρήματα και να χρειασθεί να παραπέμψει το περιστατικό σε ειδικό Κλινικό Γενετιστή και για νομικούς/ασφαλιστικούς λόγους.       

Τα γενετικά σύνδρομα στον άνθρωπο συχνά παρουσιάζουν από την γέννηση ήδη δυσμορφικά ή δυσπλαστικά χαρακτηριστικά. Οι συγγενείς ανωμαλίες αφορούν περίπου στο 20% της περιγεννητικής και στο 30% της βρεφικής θνησιμότητας, επομένως κάθε παιδίατρος οφείλει να είναι ευαισθητοποιημένος στην αναζήτηση και στον έλεγχό τους. Αυτές κατατάσσονται σε ελάσσονες και μείζονες. Οι μείζονες ανωμαλίες επιφέρουν αναπηρία ή θάνατο αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα και αφορούν την μη σωστή διάπλαση ζωτικών ή αισθητήριων οργάνων. Οι ελάσσονες συγγενείς ανωμαλίες, αντίθετα, είναι χαρακτήρες μη φυσιολογικής σωματικής διάπλασης σε υγιή άτομα, μπορεί να έχουν αισθητικό αποτέλεσμα (μεμονωμένες) ή να αποτελούν σε συνδυασμό μεταξύ τους κριτήρια γενετικών συνδρόμων (πολλαπλές). Οι ελάσσονες συγγενείς διαμαρτίες εντοπίζονται σε περίπου 10-15% των φυσιολογικών νεογέννητων παιδιών. Επίσης, ορισμένες φυλές παρουσιάζουν αύξηση αυτών των συγγενών χαρακτηριστικών, όπως της μονήρους χειρομαντικής γραμμής στους ανατολικούς λαούς και στους γηγενείς της νότιας Αμερικής σε ποσοστό 10-15%, σε αντίθεση με τους Καυκάσιους στο 5% περίπου.        

Ο ιατρός της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, σαφώς, αφού εντοπίσει μία μονήρη συγγενή ανωμαλία οφείλει να αυξήσει την διαγνωστική του οξύτητα και σε άλλα συστήματα, απομακρυσμένα μεταξύ τους, ώστε να εντοπίσει, κι ας μην φαίνονται κι άλλες διαμαρτίες (μείζονες, ελάσσονες), να ενδιαφερθεί για τα αισθητήρια όργανα, τον μυϊκό τόνο, τον εγκέφαλο, την διάπλαση των έξω γεννητικών οργάνων, των άκρων κ.ο.κ.       

Με βάση το λεπτομερειακό οικογενειακό, μαιευτικό και ατομικό ιστορικό, την φυσική κλινική εξέταση, ο κλινικός ιατρός οφείλει να παραγγέλλει στοχευμένο εργαστηριακό έλεγχο. Ο καρυότυπος υψηλής ανάλυσης (ή μοριακός καρυότυπος) ενδείκνυται σε κάθε παιδί με 2 τουλάχιστον μείζονες συγγενείς ανωμαλίες ή 1 μείζονα και 2 ελάσσονες. Ο ιατρός της κοινότητας μπορεί να ζητήσει έναν απλό καρυότυπο (κλασσικό), χωρίς να απευθυνθεί στον ειδικό Κλινικό Γενετιστή. Ωστόσο, αν δεν είναι σε θέση να παρέχει σαφή γενετική συμβουλή με βάση τα μεμονωμένα στοιχεία που διαθέτει από την κλινική εξέταση, πρέπει να παραπέμψει στον ειδικό πριν καν ζητήσει και τον απλό καρυότυπο, λόγω των περιορισμών της μεθόδου (χαμηλή ευαισθησία και ειδικότητα), αλλά και για την εποπτεία της κατάστασης στο μέλλον (follow-up).       

Επιπλέον, ο ειδικός Κλινικός Γενετιστής εκτελεί μία ολιστική αλλά και ανά σύστημα κλινική εξέταση, που καταλήγει σε μία ειδική διάγνωση ενός κλινικού συνδρόμου, μπορεί να ερμηνεύσει τα αποτελέσματα ενός φυσιολογικού ή παθολογικού καρυότυπου, ενώπιον των γονέων του παιδιού και να προβλέψει την φυσική πορεία κάθε ξεχωριστού συνδρόμου. Τα κοινά χρωμοσωμικά σύνδρομα (πχ Down, Turner, τρισωμία 18) μπορούν να διαγνωσθούν από πολλούς ιατρούς, τα πιο σπάνια όμως θα πρέπει να εκτιμώνται από γενετιστές, που έχουν εμπειρία στην διάγνωση και ταξινόμηση των γενετικών ανωμαλιών.       

Τα ανθρώπινα δερματογλυφικά των άκρων, εν προκειμένω των γραμμών της παλάμης, είναι χρήσιμα στην δυσμορφολογία, αλλά πρέπει να αποτελέσουν μέρος της γενικής φυσικής εξέτασης, παρά ένα ανεξάρτητο διαγνωστικό κριτήριο, ειδικά στην περίπτωση που το άτομο φέρει διαπιστωμένες χρωμοσωμικές ανωμαλίες, ανευπλοειδίες, νέες μεταλλάξεις και διπλασιασμό του γενετικού του υλικού. Έχει αναγνωρισθεί μία συσχέτιση μεταξύ της κίνησης των αρθρώσεων των δακτύλων του χεριού του εμβρύου και του σχηματισμού των γραμμών της παλάμης. Ο ανθρώπινος αντίχειρας είναι πιο ελεύθερος για κίνηση σε σχέση με τον αντίχειρα άλλων πρωτευόντων θηλαστικών (σύλληψη), μπορεί να αντιταχθεί στα άλλα δάκτυλα κι αυτή η ελευθερία κινήσεων αποτυπώνεται σαν μία ποικιλία γραμμώσεων στην έσω επιφάνεια της παλάμης, ενδεικτική της υγείας του νευρικού και μυοσκελετικού συστήματος του αναπτυσσόμενου εμβρύου. Έτσι, οποιοσδήποτε βλαπτικός παράγοντας κατά τις πρώτες εβδομάδες ή μήνες της εμβρυογένεσης μπορεί να παρεμποδίσει και την φυσιολογική γράμμωση των παλαμών. Μονήρεις χειρομαντικές γραμμές στο ένα χέρι μπορεί να παρουσιάσει έως και το 10% ενός συγκεκριμένου πληθυσμού ανθρώπων, ενώ το 5% μπορεί να το εμφανίσει και στα 2 χέρια, χωρίς άλλες συνοδές ανωμαλίες. Σε μερικές οικογένειες το χαρακτηριστικό κληρονομείται από γενιά σε γενιά (κυρίως ετερόπλευρα). Η μονήρης χειρομαντική γραμμή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σαν ένας ανεξάρτητος παράγοντας διάγνωσης του συνδρόμου Down, αλλά είναι χρήσιμος σαν αφορμή ελέγχου της ενδομήτριας έκθεσης σε τοξίνες, του αλκοολικού εμβρυικού συνδρόμου, της νοητικής υστέρησης και άλλων συνδρόμων (πχ Cornelia de Lange), επομένως είναι επιθυμητή η παραπομπή στον Κλινικό Γενετιστή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 1. Sunilkumar MN: ‘The enigma of the simian crease: case series with the literature review’, International Journal of Contemporary Pediatrics, 2014 Nov;1(3):175-177 2. Καραβιτάκης Ε., Φρυσίρα Ε.: ‘Επιπολασμός, αιτιολογία και ταξινόμηση των συγγενών ανωμαλιών’, Δελτίο Α΄Παιδιατρικής Κλινικής Παν. Αθην., 56, 2009

“Έχουμε πολύτιμη εγκυμοσύνη και θα γεννήσουμε σε δημόσιο πανεπιστημιακό μαιευτήριο. Εκεί μας πρότειναν να φυλάξουμε τα βλαστοκύτταρα του μωρού μας για μελλοντική χρήση. Ποια είναι η γνώμη σας, να προβούμε σε μία τέτοια ενέργεια, να προτιμήσουμε ιδιωτική ή δημόσια τράπεζα φύλαξης;”

«Ανταλλακτικά» κύτταρα

Η «δωρεά του ομφαλικού αίματος» όπως συνηθίζεται να λέγεται είναι μία πράξη που όλοι γνωρίζουμε. Ξέρουμε πως όταν γεννιέται ο άνθρωπος μπορεί να «δωρίσει» τα βλαστοκύτταρά του. Πρόκειται για μία πράξη αλτρουισμού των γονιών του! Κάποιες μητέρες ίσως νιώθουν μετανιωμένες που δεν φύλαξαν ομφαλοπλακουντιακό αίμα στην πολύτιμη εγκυμοσύνη τους.    

Ας δούμε όμως ποια είναι η πραγματικότητα.   Καταρχήν ο όρος «δωρεά ομφαλοπλακουντιακού αίματος» είναι αδόκιμος και  πρέπει να ονομάζεται «συντήρηση βλαστοκυττάρων αίματος του πλακούντα». Αυτό που συλλέγεται είναι το αίμα που ρέει από τον πλακούντα προς το έμβρυο, μέσω του ομφάλιου λώρου. Το αίμα αυτό είναι πλούσιο σε ένα συγκεκριμένο πληθυσμό βλαστοκυττάρων, που ονομάζονται αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα.     

Το βλαστοκύτταρο είναι πολύτιμο σαν κύτταρο για δύο λόγους: δεν έχει ακόμη αποκτήσει εξειδικευμένο ρόλο, γι’ αυτό και μπορεί να μετατραπεί σε περισσότερους τύπους κυττάρων. Έχει μεγάλη αναγεννητική ιδιότητα, δηλαδή να αναπαράγει τον εαυτό του και ταυτόχρονα να δίνει εκατομμύρια νέες θυγατρικές σειρές κυττάρων, που εξειδικεύονται στην συνέχεια και δομούν τους ξεχωριστούς ιστούς των οργάνων. Ορισμένα βλαστοκύτταρα διαθέτουν την ικανότητα να παράγουν κύτταρα ενός τύπου, για παράδειγμα του δέρματος ή άλλου τύπου, όπως του αίματος (λευκά, ερυθρά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια), ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού.    

Δεν είναι γνωστό ακόμη πότε ένα βλαστοκύτταρο αποφασίζει να διαιρεθεί και να αποκτήσει εξειδικευμένο ρόλο. Από την φύση γνωρίζουμε πως στα ερπετά αυτός ο μηχανισμός αναγέννησης των κυττάρων (ειδικά των άκρων), διατηρείται καθ’ όλη την διάρκεια του βίου τους, ενώ στον άνθρωπο η ικανότητα αυτή ανάπλασης περιορίζεται στις πρώτες εβδομάδες οργανογένεσης του εμβρύου και σε μικρό βαθμό στο ήπαρ μέχρι την ενήλικη ζωή. Φαίνεται, όμως, ότι σε πολλές άλλες διεργασίες κατά την διάρκεια της ζωής μας η ύπαρξη αυτών των κυττάρων είναι σημαντική, όπως στην επούλωση των τραυμάτων, στην αναγέννηση της τρίχας ή στην αύξηση του σκελετού των παιδιών. Έχουν ανακαλυφθεί μέχρι και βλαστοκύτταρα εμβρύου στον εγκέφαλο της μητέρας του, σαν ένα παράδειγμα αέναου δεσμού μάνας-παιδιού.     

Όμως, όλα τα βλαστοκύτταρα του αίματος του ομφαλίου λώρου μπορούν να μετατραπούν σε οποιοδήποτε κύτταρο? Η απάντηση είναι πως όχι. Εξαρτάται ποια συγκεκριμένα βλαστοκύτταρα είναι. Κάποια παράγουν μία συγκεκριμένη οικογένεια κυττάρων, άλλα παράγουν οποιοδήποτε τύπο κυττάρων. Τα τελευταία είναι πολύ σπάνια, βρίσκονται στο αμνιακό υγρό ή στο έμβρυο τις πρώτες εβδομάδες της κύησης. Τα βλαστοκύτταρα που κυριαρχούν στο ομφαλοπλακουντιακό αίμα είναι αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα και δίνουν τις γνωστές σειρές των κυττάρων του αίματος. Τις ίδιες σειρές παράγουμε καθημερινά, από 100 έως 1000 δισεκατομμύρια νέων κυττάρων, από πρόωρες μορφές που βρίσκονται στο μυελό των οστών, έχουν μεγάλη αναπαραγωγική δύναμη και παρότι είναι λίγες σε αριθμό έχουν την δυνατότητα να διατηρούν σταθερό τον αριθμό των κυττάρων του αίματος σε όλη την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου. Μία βλάβη σε αυτά τα κύτταρα (χημειοθεραπεία, ακτινοβολία) καθιστά ανεπαρκές το αιμοποιητικό σύστημα, ενώ η θεραπεία στηρίζεται στην μεταμόσχευση του μυελού των οστών. Γι’ αυτό το λόγο είναι πολύτιμα. Μπορούν να δώσουν νέα πνοή στην παραγωγή κυττάρων του αίματος και υποστηρικτικών κυττάρων του μυελού σε περίπτωση της μυελικής ανεπάρκειας (λευχαιμίες, λεμφώματα, μυελώματα, θαλασσαιμίες). Μπορούν να αποκαταστήσουν ελλιπή ένζυμα σε σπάνιες γενετικές παθήσεις και να βοηθήσουν στην κυτταρική «διάσωση» μετά από υψηλές δόσεις χημειο-ραδιοθεραπείας στην θεραπεία όγκων γενικά.       

Όμως τα ίδια οφέλη αποκομίζονται και από την δωρεά του μυελού των οστών. Και μάλιστα ο έλεγχος συμβατού δότη πλέον γίνεται με τον έλεγχο συμβατότητας κυττάρων που βρίσκονται στο σάλιο.       

Είναι λοιπόν σημαντικό να συντηρούμε και να φυλάσσουμε τα κύτταρα του ομφαλικού αίματος των παιδιών μας? Η συντήρηση αυτών των κυττάρων προϋποθέτει την άμεση κοπή του λώρου και τη λήψη του συγκεκριμένου αίματος με τρόπο τέτοιο ώστε να μην ρεύσουν προς το νεογνό, αλλά να τοποθετηθούν σε έναν σάκο φύλαξης και να κρυοσυντηρηθούν. Εφόσον τα κύτταρα αυτά είναι τόσο πολύτιμα και σημαντικά, γιατί να τα στερήσουμε από το μωρό όταν γεννιέται από το να τα φυλάξουμε για το μέλλον? Αν ο ομφάλιος λώρος ήταν η μοναδική πηγή βλαστοκυττάρων, τότε η φύση θα είχε εξελικτικά ευνοήσει τρόπους ώστε τα κύτταρα αυτά να μην χάνονται, να παραμένει προσκολλημένος ο πλακούντας μερικά λεπτά ακόμη στο τοίχωμα της μήτρας και να τα αντλεί στο νεογνό ή να υπήρχε μία «δεξαμενή» βλαστοκυττάρων στον οργανισμό που να τα παρέχει για μελλοντική χρήση. Στην πραγματικότητα τα βλαστοκύτταρα, όπως ειπώθηκε, βρίσκονται ήδη διασπαρμένα στο σώμα μας (στην επιδερμίδα, στην ρίζα των τριχών, στις ρίζες των δοντιών, στο έντερο, στον μυελό των οστών και σε αμέτρητα άλλα σημεία) και είναι έτοιμα εφόσον οι συνθήκες το απαιτούν να βοηθήσουν στην ανάπλαση ενός περιορισμένου τμήματος ιστού.     

Η ποσότητα του αίματος που περιέχεται στον ομφάλιο λώρο επαρκεί για ένα νεογνό, δεν είναι όμως ικανή να αντικαταστήσει την ποσότητα κυττάρων ενός άρρωστου μυελού στην περίπτωση ενός μεγαλύτερου παιδιού ή ενός ενήλικα. Ένα άλλο νομικό παράδοξο είναι το γεγονός πως ο γονέας μπορεί να διαθέσει το αίμα του παιδιού του, στην συγκεκριμένη περίπτωση του ομφαλού, που ανήκει στο ίδιο, έως την στιγμή της απολίνωσης, όμως αμέσως μετά ο νόμος απαγορεύει την αιμοδοσία από τους ανήλικους. Για να αποκτηθεί επαρκής ποσότητα ομφαλικού αίματος ο λώρος πρέπει να απολινωθεί στην άκρη του νεογνού, ενώ ο πλακούντας συνεχίζει να αντλεί αίμα προς τον νεογνό για λίγα λεπτά ακόμη, ο δε χειριστής του σετ μεταφοράς συλλέγει το αίμα με μία σύριγγα και την αδειάζει σε σάκο με το κατάλληλο μέσο συντήρησης. Η τύχη του δείγματος εξαρτάται από την επιλογή των γονέων να φυλάξουν το αίμα αυτό σε ιδιωτική ή δημόσια τράπεζα φύλαξης. Η χρήση του αίματος από άλλους δέκτες γίνεται σε συγκεκριμένα νοσοκομεία, μπορεί όμως να μην χρησιμοποιηθεί διόλου, λόγω των αυστηρών πρωτοκόλλων που αφορούν την συμβατότητα δότη και δέκτη, την ανάγκη συχνών ελέγχων της μητέρας του «δωρητή» νεογνού και της ελάχιστης απαιτούμενης ποσότητας αίματος. Εάν δεν πληρούνται κάποια από αυτά τα κριτήρια τα δείγματα απορρίπτονται. Σε ορισμένες χώρες είναι απαγορευμένη η φύλαξη κυττάρων σε ιδιωτικές ή δημόσιες τράπεζες, με το σκεπτικό ότι εάν ένα άτομο κατά την διάρκεια της ζωής του εμφανίσει νόσο στο μυελό των οστών (λευχαιμία), τα βλαστοκύτταρά του δεν είναι κατάλληλα για μεταμόσχευση, λόγω των μεταλλάξεων που ήδη μεταφέρουν στο DNA τους. Για τον ίδιο λόγω δεν είναι δυνατή η μεταμόσχευση κυττάρων με άγνωστο γενετικό κληροδότημα ανάμεσα σε δύο διαφορετικά άτομα. Ακόμη, δεν είναι γνωστή η επίδραση της κρυοκατάψυξης με υγρό άζωτο στα βλαστοκύτταρα έπειτα από πολλά χρόνια φύλαξης.      

Παρ’ όλα αυτά, η χρήση των πολύτιμων αυτών κυττάρων στην θεραπεία ανίατων ασθενειών είναι πλέον γεγονός (πχ αναιμία Fanconi, λευχαιμίες). Από την δεκαετία του 1980 έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 25.000 αλλογενείς (μεταξύ μη-συγγενών) μεταμοσχεύσεις αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων του ομφαλοπλακουντιακού αίματος, που αντιστοιχούν σε περίπου 2000 μεταμοσχεύσεις ανά έτος διεθνώς.       

Μία από τις περιπτώσεις που αξίζει κάποιος να φυλάξει και να χρησιμοποιήσει το αίμα αυτό είναι η δωρεά μεταξύ αδελφών, ένα εκ των οποίων νοσεί από ανίατη αιματολογική ασθένεια, για παράδειγμα, αποτελώντας ένα λαμπρό παράδειγμα αλτρουισμού και προσφοράς ζωής.

Πηγή:  «Δημόσια Τράπεζα Ομφαλοπλακουντιακού αίματος», Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών Ακαδημίας Αθηνών

«Το αγοράκι μου, 7 ετών,  συνεχίζει να βρέχει το κρεβάτι του συχνά τα βράδια.  Μέχρι τώρα μας έχει καθησυχάσει ο παιδίατρος που μας παρακολουθεί ότι το πρόβλημα θα υποχωρήσει μόνο του όσο ωριμάζει το παιδί. Πόσο πρέπει να περιμένω ακόμη, έχει αρχίσει να μας προβληματίζει, πρέπει να επισκεφθούμε ειδικό ιατρό?»

ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΕΝΟΥΡΗΣΗ – ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για ένα παιδί, να «κρατήσει» τα ούρα του, όταν πρόκειται να ουρήσει επειγόντως. Το πραγματικό λάθος είναι η συνήθεια να αναβάλλει συνέχεια το συγκεκριμένο ερέθισμα, λόγω του παιχνιδιού ή όποιας άλλης δραστηριότητας του αποσπά την προσοχή και ασυνείδητα όταν δεν έχει αποκτηθεί ο μηχανισμός εγκράτειας της κύστης κατά τον ύπνο. Αποτελεί ένα πολύ συχνό φαινόμενο στην παιδική ηλικία (προβάλλει για τουλάχιστον 3 νύκτες την εβδομάδα), το παρουσιάζουν έως και 10-15% των παιδιών άνω των 5 ετών, 5% ηλικίας 7 ετών και 0,5% των ενήλικων, με προβάδισμα των αγοριών έναντι των κοριτσιών 2:1. Είναι γνωστό σαν φαινόμενο στην κοινότητα, γιατί καθένας γνωρίζει και ένα παιδί με το ίδιο πρόβλημα ή έχει αναμνήσεις ο ίδιος από τα παιδικά του χρόνια. Στο παρελθόν θεωρείτο ότι νυχτερινή ενούρηση ήταν αποτέλεσμα κάποιας ψυχικής διαταραχής, όμως σήμερα γνωρίζουμε ότι η αγχώδης διαταραχή αυτών των παιδιών είναι αποτέλεσμα της ίδιας της ενούρησης κι όχι το αίτιό της (τα καθιστά περισσότερο ανασφαλή, τα ενοχλεί, τα αποτρέπει να κοιμηθούν εκτός σπιτιού), που πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Τα παιδιά διαβρέχουν το κρεβάτι τους το βράδυ για 3 κύριους λόγους που αλληλοσυνδέονται:

1. Την νύκτα οι νεφροί αντί να μειώσουν την παραγωγή των ούρων, άλλοτε την αυξάνουν 2.  Η παιδική κύστη είναι πολύ μικρή για να χωρέσει την αυξημένη αυτή παραγωγή ούρων 3.  Ο εγκέφαλος και ο νωτιαίος μυελός δεν είναι ώριμοι ώστε να αφυπνίσουν το παιδί στην πλήρωση της κύστης με ούρα, με αποτέλεσμα να διαφεύγουν.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων μία στάση αναμονής, η συνεχιζόμενη χρήση πάνας το βράδυ ή ενός απορροφητικού υποστρώματος επιφέρουν την σταδιακή υποχώρηση της κατάστασης και μάλιστα πολλοί γονείς το θυμούνται  και οι ίδιοι από την παιδική τους ηλικία. ‘Άλλοτε ο περιορισμός των υγρών το βράδυ ή των τροφίμων που περιέχουν άφθονα τα διουρητικά ιχνοστοιχεία κάλιο και ασβέστιο (μπανάνες, χυμοί, γάλα) και άλλοτε η επιβράβευση μίας πρωινής «στεγνής» αφύπνισης δημιουργούν ενθάρρυνση και αυτοπεποίθηση. Έπειτα η χρήση ξυπνητηριού ή «θεραπείας-συναγερμού» την νύκτα για ένα χρονικό διάστημα 3-6 μηνών μπορεί να βοηθήσει, έχει όμως υψηλό ποσοστό υποτροπών. Μια ενδιαφέρουσα οπτική ελέγχου του φαινομένου σε μεγαλύτερη ηλικία, είναι η εστίαση της προσοχής στο ευγενές παρέγχυμα των νεφρών, για παράδειγμα, που αποτελούν πολύπλοκα και ζωτικά όργανα για τον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, μία χρόνια διαταραχή του ουροποιητικού, που συνεχίζει να απασχολεί έναν ολοένα και μικρότερο αριθμό παιδιών και μετά τα 7 έτη, θα πρέπει να εγείρει την προσοχή προς άλλα αίτια, που αφορούν την κατασκευή και την λειτουργία των οργάνων του ουροποιητικού και ιδιαίτερα των νεφρών. Ένα από τα ειδικά αίτια που αναδεικνύεται στις σύγχρονες μελέτες ενουρητικών παιδιών είναι η αυξημένη απέκκριση ασβεστίου στα ούρα (υπερασβεστιουρία), που φαίνεται να απασχολεί το 20-25% αυτών των παιδιών και που παρουσιάζεται στο 2-6% του παιδικού πληθυσμού (στην κληρονομούμενή της μορφή), δηλαδή αρκετά συχνά,  με μερικά ενδεικτικά μέτρα αντιμετώπισης τον περιορισμό του προσλαμβανόμενου ασβεστίου στην καθημερινή διατροφή, σε συνεννόηση με τον οικογενειακό παιδίατρο.

ΠΗΓΗ: 1. «Επίτομη Παιδιατρική»: Ματσανιώτης, Νικολαΐδου-Καρπαθίου
2. “Hypercalciuria in children with monosymptomatic nocturnal enuresis”, M. Civilibal, N. Selcuk Duru, M. Elevli, and N. Civilibal, Journal of Pediatric Urology, Volume 10, Issue 6, December 2014, Pages 1145–1148

“Το μωρό μας 5 μηνών, δεν είναι όπως πριν, το βράδυ ξυπνά κάθε 15 λεπτά απαρηγόρητο κι ενώ το ταΐζω, το αλλάζω και το αγκαλιάζω, αποκοιμιέται. Και μετά ξανά το ίδιο όταν το αφήνω στην κούνια. Πρέπει να ανησυχήσω? Έχει αλλάξει η ζωή μας”

Η βάση της απάντησης στο συγκεκριμένο ερώτημα κρύβεται μέσα στις γραμμές της ίδιας της ερώτησης. Από την ηλικία των δύο μηνών ήδη η σταθερότητα της φροντίδας των γονέων ή του υπεύθυνου οικείου της οικογένειας έχει επιφέρει την αλλαγή στην καθημερινή ανταπόκριση του βρέφους κατά την διάρκεια της ημέρας, όπως είναι το κοινωνικό χαμόγελο, τις πρώτες γκριμάτσες του προσώπου και τα γρυλλίσματα της φωνής, αλλά και την αύξηση των διαστημάτων της ενεργούς ανταπόκρισης και εγρήγορσης. Καθώς το βρέφος νιώθει την συνεχή φροντίδα που του παρέχεται δείχνει πιο ασφαλές και αναπτύσσει δεσμό προσκόλλησης προς το πρόσωπο που το φροντίζει το μεγαλύτερο διάστημα. Η αγκαλιά αποτελεί την κυριότερη έκφραση του ανθρώπινου δεσμού και της αγάπης, που μαζί με τα λικνίσματα και το νανούρισμα προσφέρουν στο μωρό την οικεία εμπειρία του ενδομήτριου ασφαλούς περιβάλλοντος και δεν θα πρέπει να παραλείπονται.               

Θεωρώντας ότι η νύκτα και ο ύπνος αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας ενός ανθρώπου, οι δραστηριότητες της ρουτίνας που αφορούν την περιποίηση και την επικοινωνία εξυπηρετούν και το αίσθημα ασφάλειας κατά την διάρκεια του ύπνου. Με άλλα λόγια, η ρουτίνα της φροντίδας, όπως για παράδειγμα το βραδινό μπάνιο, με το χλιαρό νερότα απτικά ερεθίσματα και το μασάζ στην συνέχεια, κάνουν το μωρό να νιώσει ξανά την θαλπωρή του ενδομήτριου περιβάλλοντος, να χαλαρώσει, να αισθανθεί τα όριά του και να αποκοιμηθεί έπειτα αυτόνομα. Αυτό προϋποθέτει, βεβαίως, να υπάρχει κι ένας χώρο με λιγοστούς θορύβους και χαμηλό φωτισμό και άνετη θερμοκρασία. Πολλά μωρά κοιμούνται έως και 16-18 ώρες κατά την διάρκεια του 24ώρου και τον περισσότερο χρόνο κατά την διάρκεια της ημέρας. Οι γονείς μπορούν να ρυθμίσουν το ωράριο ώστε να κοιμούνται τα μωρά τους περισσότερες ώρες το βράδυ, σιτίζοντάς τα πιο συχνά την ημέρα. Τα θηλάζοντα βρέφη ξυπνούν πιο συχνά την νύκτα για φαγητό και οι γονείς θα πρέπει να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα, να τα αγκαλιάζουν και να τα ταΐζουν. Ο ρόλος του πατέρα σε αυτήν την περίπτωση είναι σημαντικός, ώστε να διευκολύνει την σύζυγό του προσωρινά, με την φροντίδα που παρέχει η αγκαλιά, η αλλαγή της πάνας, η τοποθέτηση πιπίλας ή ενός καθαρού δάκτυλου στο στόμα του μωρού, ώστε να ηρεμήσει παροδικά μέχρι να σιτισθεί στο επόμενο γεύμα.     

Από την ηλικία των 4 μηνών τα μωρά έχουν εικόνα της αλληλεπίδρασης με τα άτομα που το φροντίζουν, ο ύπνος τους είναι πιο σταθερός και έχουν αναπτύξει ισχυρό δεσμό με το πρόσωπο φροντίδας από την ηλικία των 6 μηνών περίπου. Από αυτή την ηλικία επίσης (6 μηνών) τα βρέφη αρχίζουν να γνωρίζουν ότι τα αντικείμενα συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμη κι αν δεν τα βλέπουν (μονιμότητα αντικειμένου), ενώ δεν ισχύει το ίδιο για τα πρόσωπα (μονιμότητα προσώπου) κι έτσι δημιουργείται άγχος από τον αποχωρισμό με την μητέρα, για παράδειγμα την νύκτα, φαινόμενο που κορυφώνεται έως την ηλικία των 8-10 μηνών.     

Μια ιταλική μελέτη (2004-2007) σε 1438 παιδιά ηλικίας 1μηνός-5ετών απέδειξε πως το 72% των παιδιών ηλικίας 1μηνός-3ετών έχει ανάγκη της παρουσίας του γονέα για να αποκοιμηθεί ήρεμο και μάλιστα το 67% ήταν ήρεμο με την σωματική επαφή τους. Τα στοιχεία επίσης από αυτή την έρευνα ανάδειξαν την φυσική και αυθόρμητη εξέλιξη των συνηθειών του νυκτερινού ύπνου των παιδιών προς μία σταδιακή αυτονομία μέχρι το 3ο έτος της ζωής.     

Μερικά βοηθήματα που είναι χρήσιμα ήδη από αυτή την ηλικία είναι αντικείμενα και εικόνες (μεταβατικά) που θυμίζουν στο μωρό το πρόσωπο και την στοργή της μητέρας του τις υπόλοιπες ώρες, όπως φωτεινές κούκλες, χνουδωτά ζωάκια, κουβερτούλα, φωτάκι τοίχου, σαν να το συντροφεύουν στο διάβα του ύπνου.

ΠΗΓΗ: “ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ”, τόμος 2, Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, 2015.

“Μας παράδωσαν από την μονάδα νεογνών το παιδάκι μας, είναι 2 κιλά, αλλά φοβόμαστε να το κρατήσουμε αγκαλιά, πώς θα πρέπει να το διαχειριστούμε τώρα στο σπίτι μόνοι μας?”

Οι νέοι γονείς, ειδικά όταν πρόκειται για ένα πρόωρο νεογνό αναγνωρίζονται από το άγχος τους για το πως θα αγγίξουν και κρατήσουν το νεογνό τους. Θα πρέπει να εξοικειωθούν με το κράτημα και την φροντίδα του μωρού τους, συμμετέχοντας ενεργά στον θεσμό του rooming in και των ανοικτών επισκεπτηρίων που προσφέρουν πλέον τα περισσότερα μαιευτήρια και οι μονάδες εντατικής νοσηλείας νεογνών, με την βοήθεια του νοσηλευτικού προσωπικού, των μαιών και των παιδιάτρων και πριν την αναχώρησή τους από αυτά. 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι κρατήματος ενός τελειόμηνου ή πρόωρου νεογνού, όπως του κρατήματος ‘φωλιά’, το ‘πρόσωπο με πρόσωπο’ και γενικά η  κάθε στάση εξαρτάται με τον τρόπο που θέλει ο γονέας κάθε φορά να αλληλεπιδράσει με το μωρό  του. 

Τα πρόωρα νεογνά έχουν ιδιαιτερότητες στο μέγεθος, στο μυϊκό τόνο, στις αρθρώσεις, στο πολύ λεπτό δέρμα, φέρουν επίσης πολλά από αυτά τις επιπτώσεις του πρόωρου τοκετού και των τραυματικών συμβάντων του (εγκεφαλική αιμορραγία, αμφιβληστροειδοπάθεια, αναπνευστικές διαταραχές), επομένως οι κινήσεις-αιωρήσεις, τα κρατήματα και η περιποίηση θα πρέπει να εκτελούνται με ιδιαίτερη λεπτότητα, βραδύτητα, ενώ ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίδεται στην περιοχή του αυχένα καθώς τα νεογνά δεν έχουν αποκτήσει τον έλεγχο του τόνου του.

Σε γενικές γραμμές:

–  Θα πρέπει να είναι άνετοι και με αυτοπεποίθηση, χωρίς δισταγμό και κοιτώντας πάντα ευθεία στο βλέμμα το μωρό σας. – Όταν το μωρό είναι σε ύπτια θέση, σκύβουμε πάνω του, τοποθετούμε για παράδειγμα το αριστερό μας χέρι κάτω από τον αυχένα και το κεφάλι του, το δεξί χέρι κάτω από τους γλουτούς του και το ανασηκώνουμε κρατώντας το βάρος στα χέρια μας, έπειτα ισώνουμε τον κορμό μας στην κάθετη θέση και το φέρνουμε στο στήθος μας, χαμηλώνοντας το αριστερό χέρι μας, ώστε το αντιβράχιο και ο αγκώνας να λειτουργεί σαν στήριγμα για το κορμί και το κεφάλι του.

–  Ενώνοντας τα δύο χέρια το φέρνουμε κοντά στο πρόσωπό μας στα 20-30 εκατοστά, που είναι η ιδανική απόσταση όρασης των νεογνών. –  Για να το τοποθετήσουμε ξανά στην κούνια του ακουμπάμε πρώτα προσεκτικά το κεφάλι του και αποσύρουμε έπειτα το χέρι μας για να ακουμπήσει και ο υπόλοιπος κορμός του. – Αργότερα, όταν σφίξουν οι μύες της ράχης και του τραχήλου, σε πολλά μωρά αρέσει να στηρίζονται για λίγο στα ανοικτά πόδια τους. Μπορούμε έτσι να τα στηρίζουμε για λίγο στους μηρούς μας, κρατώντας τα από τις μασχάλες τους. – Στα μωρά αρέσει πολύ να αισθάνονται τους κτύπους της καρδιάς της μητέρας τους, γιατί τους ηρεμεί ενστικτωδώς. Μια καλή στάση είναι αυτή της επαφής ‘δέρμα με δέρμα’ στο στήθος, με ελαφρά γυρισμένο το κεφάλι για να μπορεί να αναπνέει από τα ρουθούνια. Ειδικά στα πρόωρα και λιποβαρή νεογνά, που μεταφέρουν μερικά προβλήματα και στο σπίτι (θερμορρύθμιση, αναπνευστική δυσχέρεια) έχει βρεθεί πως και η θέση ‘καγκουρώ’ (επαφή με γυμνό δέρμα στον θώρακα, τύλιγμα και των δύο με κουβέρτα και κάλυψη κεφαλής με σκουφάκι στο μωρό), βελτιώνει πολλές παραμέτρους υγείας αυτών των νεογνών.

–  Μια άλλη εξίσου κοινή στάση είναι αυτή του κρατήματος ‘λίκνο-θηλάζουσας Παναγίας’, με την οποία μπορείτε να κοιτάζετε ευθεία στο πρόσωπο του νέου σας μωρού, όταν θηλάζει. Επίσης είναι μία πολύ εύκολη θέση όταν το μωρό είναι τυλιγμένο. Άλλη θέση είναι του ‘αντίστροφου λίκνου’, όταν το αντίστροφο προς τον θηλασμό χέρι στηρίζει αυχένα και κεφαλή.

–  Σε περιπτώσεις έντονου εκνευρισμού ή πόνων από κολικούς ένα κράτημα που βοηθά είναι αυτό με την κοιλιά να κοιτάζει προς τα κάτω, χρησιμοποιώντας ξανά τον πήχυ ως στήριγμα, το κεφάλι και ο αυχένας να στηρίζονται ελαφρά προς τα έξω από τον αγκώνα και με το άλλο χέρι να τρίβετε μαλακά την ράχη του.

–  Με το κράτημα τύπου ‘rugby’ η μητέρα διευκολύνεται στο τάισμα ή όταν βρίσκεται σε καθιστή ή όρθια θέση, ώστε να ταλαιπωρείται λιγότερο. Προσοχή πρέπει να δίδεται στο στήριγμα του αυχένα πάλι.

–  Μια άλλη ενδιαφέρουσα στάση κατά τον θηλασμό είναι η ‘Αυστραλιανή’, η οποία συστήνεται σε παθολογικές καταστάσεις νεογνών, όπως η υποτονία, η έντονη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και οι σχιστίες του προσώπου.

Γενικά οι γονείς και ιδιαίτερα η μητέρα θα διαπιστώσουν έπειτα από λίγο χρονικό διάστημα ότι το νεογνό θα προσαρμοστεί καλά στην στάση που βολεύει τους δυο τους περισσότερο. Τα σημεία προσοχής πρέπει να είναι ο έλεγχος της κεφαλής και της ράχης του μωρού. Ειδικά ο αυχένας ενός πρόωρου νεογνού θα πρέπει να φυλάσσεται στην παλάμη του γονέα. Το νεογνό θα πρέπει να μετακινείται με ολόκληρο τον κορμό προς τον γονέα κι όχι το αντίθετο και στο ίδιο ύψος με τον μαστό, όταν πρόκειται να σιτισθεί. 

ΠΗΓΗ: 8o Σεμινάριο Μητρικού Θηλασμού, Νοσοκομείο ‘Αττικόν’, 2014