ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΥΓΙΗ ΠΑΙΔΙΑ

Θωμάς Χ. Παπαλεξανδρής

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΒΑΡΗΚΟΙΑΣ

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΒΑΡΗΚΟΙΑΣ

Η απώλεια της αίσθησης της ακοής σε μικρή ηλικία αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην ομαλή ανάπτυξη του λόγου, της ομιλίας και των επικοινωνιακών δεξιοτήτων του παιδιού. Η αντίληψη αλλά και η παραγωγή της ομιλίας στα μικρά παιδιά εξαρτάται από έναν λεπτό μηχανισμό επεξεργασίας του ακουστικού ερεθίσματος που ξεκινάει από το αντιληπτικό όργανο του αυτιού και καταλήγει στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Στους ενήλικες, ενώ η βαρηκοΐα και η κώφωση προκαλούν άγχος και απομόνωση, στα μικρά παιδιά η ενωρίς απώλεια της ακοής προξενεί σοβαρές διαταραχές στην ανάπτυξη του λόγου και της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο.

Με τον όρο απώλεια ακοής εννοείται η αδυναμία του ακουστικού μηχανισμού να μεταφέρει τους ήχους του περιβάλλοντος στα ανώτερα κέντρα του εγκεφάλου. Το κωφό άτομο αδυνατεί να αντιληφθεί την λεκτική επικοινωνία, δεν την μιμείται, με συνέπεια να μην μπορεί να ελέγχει και να κατευθύνει την ομιλία.

Τα αίτια της κώφωσης διακρίνονται σύμφωνα με την χρονική στιγμή εμφάνισής τους σε προγεννητικά και επίκτητα και ανάλογα με την ανατομική θέση της βλάβης σε κώφωση αγωγιμότητας ή νευροαισθητηριακή, με την τελευταία να έχει βαρύτερη πρόγνωση. 

Φωτογραφία ηλεκτρονικού μικροσκοπίου με τα τριχοφόρα κύτταρα του οργάνου του Corti που είναι υπεύθυνα για την αντίληψη του ήχου στο εσωτερικό αυτί

Η αγώγιμη απώλεια ακοής οφείλεται σε προβλήματα του εξωτερικού ή του μέσου ωτός, που εμποδίζουν την μετάδοση του ήχου από το πτερύγιο στο όργανο της ακοής στο εσωτερικό αυτί, όπως η οξεία μέση ωτίτιδα, η διάτρηση τυμπάνου και η ατρησία του έξω ακουστικού πόρου, καταστάσεις που είναι αναστρέψιμες. Η νευροαισθητήρια κώφωση οφείλεται σε βλάβη του ακουστικού νεύρου, μόνιμη, που προκλήθηκε κατά την διάρκεια της κύησης από λοιμώδεις παράγοντες (π.χ. ιούς της ερυθράς, κυτταρομεγαλοϊό), από γενετικές ατέλειες ή από τις συνέπειες ενός πρόωρου τοκετού. Οφείλεται επίσης και σε επίκτητους παράγοντες όπως ωτοτοξικά φάρμακα, λοιμώξεις (π.χ. μηνιγγίτιδα) ή σε σοβαρούς τραυματισμούς. Σε πολλές περιπτώσεις η αιτία παραμένει αδιευκρίνιστη.       

Κάθε χρόνο γεννιούνται στην Ελλάδα περίπου 100 μωρά με σοβαρά προβλήματα ακοής. Από διεθνείς στατιστικές μελέτες προκύπτει ότι σε κάθε χίλιες γεννήσεις διαπιστώνεται νευροαισθητήρια βαρηκοΐα σε 2-3 νεογνά. Κατά μέσο όρο η μέση ηλικία διάγνωσης της σοβαρής αμφίπλευρης βαρηκοΐας είναι στο 2ο-3ο  έτος ζωής, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση, ενώ πολλά παιδιά παραμένουν δίχως διάγνωση μέχρι και την ηλικία των 5 ετών, γεγονός που αποτελεί εμπόδιο στην εξοικείωση του παιδιού με το περιβάλλον του αλλά και στην ανάπτυξη των γλωσσικών και νοητικών του δεξιοτήτων.       

Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί απώλειας ακοής, από ελαφρά μέχρι πολύ σοβαρή. Ο βαθμός απώλειας ακοής σχετίζεται με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην ανάπτυξη του παιδιού. Ο βαθμός απώλειας της ακοής μετριέται σε decibel (dB). Στην ελαφρά απώλεια ακοής (20-50dB) το παιδί δυσκολεύεται να ακούει όταν παίζει με άλλα παιδιά ή σε οικογενειακή συζήτηση, αν και συχνά περνά απαρατήρητη. Στην μέτρια απώλεια της ακοής (50-70dB) το παιδί δυσκολεύεται στην κατανόηση της ομιλίας, ειδικά εάν υπάρχει και θόρυβος στο περιβάλλον και συνιστάται η τοποθέτηση ακουστικού από μικρή ηλικία, ειδάλλως επηρεάζεται δυσμενώς η λεκτική επικοινωνία. Σε σοβαρή απώλεια ακοής (70-90dB) το μωρό δεν μπορεί να ακούσει μια φυσιολογική συνομιλία και δεν θα μάθει να μιλά μόνο του, θα χρειασθεί δε ακουστικά βαρηκοΐας και βοήθεια από λογοθεραπευτή για να αναπτυχθεί η ομιλία και η γλώσσα του. Στην πολύ σοβαρή απώλεια της ακοής (>90dB) το παιδί δεν ακούει το σύνολο των ήχων του περιβάλλοντος και χρήζει τοποθέτησης κοχλιακού εμφυτεύματος και βοήθειας από λογοθεραπευτή για την λεκτική επικοινωνία.     

Ο ρόλος του παιδιάτρου παραμένει καθοριστικός, αφού σε ένα μεγάλο βαθμό η βαρηκοΐα εγκαθίσταται τα πρώτα δύο χρόνια ζωής. Σημαντική βοήθεια σε αυτή την κατεύθυνση είναι η αναζήτηση παραγόντων κινδύνου στο παιδί και στην οικογένεια, καθώς και μία επιμελής παρακολούθηση των σημαντικών σταδίων της ανάπτυξης και της ομιλίας.        

Ο έλεγχος της ακοής επιβάλλεται να γίνεται ήδη από τις πρώτες ημέρες ζωής του νεογνού στο μαιευτήριο, από ΩΡΛ ιατρό, με την μορφή screening test , δηλαδή με μία δωρεάν, απλή και αντικειμενική εξέταση, η οποία εντοπίζει στον πληθυσμό των νεογέννητων τα άτομα εκείνα που πάσχουν από κάποια μορφή βαρηκοΐας. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί δύο τεχνικές αντικειμενικού ελέγχου της ακοής στα νεογνά και στα βρέφη, οι ωτακουστικές εκπομπές (ΩΑΕ) και τα προκλητά ακουστικά δυναμικά, μέθοδοι οι οποίες δεν απαιτούν την συνεργασία του μωρού, είναι ανώδυνες και διαρκούν λίγα λεπτά. Ο πρωταρχικός αυτός ακοολογικός έλεγχος προσδιορίζει τον βαθμό και τον τύπο της βαρηκοΐας. Έτσι σε περίπτωση προβλήματος ακοής, η οριστική διάγνωση θα πρέπει να τίθεται έως τον 3ο μήνα ζωής και η θεραπευτική παρέμβαση έως τον 6ο μήνα.         

Η πρώιμη ανίχνευση και η διάγνωση της βαρηκοίας στα παιδιά είναι το πρώτο και σημαντικό βήμα για την έγκαιρη αντιμετώπισή της. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται είναι η τοποθέτηση ηλεκτρονικών ακουστικών, αλλά και η βοήθεια με επικοινωνιακές στρατηγικές και λογοθεραπεία. Όταν αποτυγχάνει αυτή η παρέμβαση, τότε έπεται η τοποθέτηση κοχλιακού εμφυτεύματος στο εσωτερικό αυτί, το οποίο διεγείρει ηλεκτρικά το ακουστικό νεύρο και η τεχνική συμπληρώνεται με την υποστήριξη από ομάδα λογοθεραπευτή, παιδαγωγού ειδικής αγωγής και ψυχολόγου. Η συμβολή της οικογένειας σε αυτή την πορεία είναι ιδιαίτερα σημαντική.   

Το πρόγραμμα Πρώιμης Ανίχνευσης, Διάγνωσης και Πρώιμης Παρέμβασης της παιδικής βαρηκοίας δημιουργήθηκε το 2008 με την συνεργασία πανεπιστημιακών παιδιατρικών και ΩΡΛ κλινικών και στόχος του είναι να προσφέρει στα νεογέννητα Ελληνόπουλα μια ασφαλή, δωρεάν και αποτελεσματική μέθοδο ελέγχου της νόσου ήδη από το μαιευτήριο.

ΘΩΜΑΣ Χ. ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΟΣ