ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΥΓΙΗ ΠΑΙΔΙΑ

Θωμάς Χ. Παπαλεξανδρής

ΥΠΟΒΙΤΑΜINΩΣΗ D: ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ

ΥΠΟΒΙΤΑΜINΩΣΗ D: ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ

Η βιταμίνη D ή χοληκαλσιφερόλη είναι μια λιποδιαλυτή ουσία, η οποία παράγεται στην επιδερμίδα του ανθρώπου από την πρόδρομη μορφή της (προβιταμίνη D) από την δράση της υπεριώδους ακτινοβολίας του ηλιακού φωτός (στα μήκη κύματος 295-315nm UVB). Θεωρείται πως είναι ορμόνη και όχι βιταμίνη με τον αυστηρό χημικό όρο, διότι σε αντίθεση με τις άλλες βιταμίνες, που λαμβάνονται εξωγενώς και επομένως θεωρούνται απαραίτητες, αυτή συντίθεται από τον ίδιο τον οργανισμό. Η κατεξοχήν δράση της αφορά στην προστασία των οστών μέσω της ευόδωσης της απορρόφησης του ασβεστίου και της ρύθμισης απέκκρισης του φωσφόρου. Συμμετέχει σε πολυάριθμες άλλες βιολογικές λειτουργίες, ενώ ο ρόλος της φαίνεται πως εμπλέκεται και σε νόσους του αναπνευστικού, στην διαδικασία της γήρανσης, της αναπαραγωγής και στον καρκίνο.    

Η έλλειψη ή η ανεπάρκειά της προκαλεί την γνωστή ραχίτιδα στα παιδιά και την οστεοπενία στις μεγαλύτερες ηλικίες. Η ραχίτιδα και η οστεοπενία είναι νόσοι που αφορούν την παθολογική επιμετάλλωση των οστών και των χόνδρων. Τα μετρήσιμα επίπεδα της βιταμίνης D στον ορό του αίματος αντικατοπτρίζουν την παραγωγή της από τον ίδιο τον οργανισμό και την πρόσληψή της μέσω της τροφής.   

Στην διατροφή η βιταμίνη D απαντά ως βιταμίνη Dστις τροφές ζωικής προέλευσης: λιπαρά ψάριασυκώτι, κρόκος αυγού, μαργαρίνη και σε λίγες φυτικές τροφές ως βιταμίνη D(εργοκαλσιφερόλη).     

Η σύνθεσή της στο σώμα επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, μερικοί από τους οποίους είναι: το χρώμα του δέρματος, η διάρκεια έκθεσης στο ηλιακό φως, η εποχή, το γεωγραφικό πλάτος, η χρήση αντιηλιακών και ο ρουχισμός.      

Η ραχίτιδα και η οστεοπενία γενικότερα σε ειδικούς πληθυσμούς (παιδιά, έφηβοι και ενήλικες) αποτελεί ένα σύγχρονο ζήτημα της δημόσια υγείας τις τελευταίες 4-5 δεκαετίες σε διάφορες χώρες του κόσμου και στην Ελλάδα. Από την πλευρά των φυσικών παραγόντων, η ζωή και η εργασία στα αστικά κέντρα, με την μειωμένη έκθεση στο φυσικό ηλιακό φως, συμβάλλει στο μεγαλύτερο βαθμό στο φαινόμενο της υποβιταμίνωσης D. Η ευρεία χρήση των αντιηλιακών και η κάλυψη του σώματος με ρούχα, ειδικά τους θερινούς μήνες, βάσει οδηγιών του Π.Ο.Υ. για την πρόληψη του μελανώματος, αφενός ωφελούν στην προστασία του δέρματος από την συχνότερη γι’ αυτό μορφή καρκίνου, αφετέρου δημιουργεί εμπόδιο στην μετατροπή της προβιταμίνης στην ενεργό μορφή της. Η υποβιταμίνωση D είναι σπάνια στις περιοχές κοντά τον Ισημερινό και σε πληθυσμούς που τρέφονται με λιπαρά ψάρια (π.χ. Εσκιμώοι). Η ραχίτιδα δυστυχώς σήμερα δεν έχει εξαλειφθεί, λόγω της άδικης κατανομής του παγκόσμιου πλούτου και των πόρων γενικά. Το φαινόμενο της οστεοπενίας επίσης εντείνεται σε μεγαλύτερο βαθμό, λόγω της αύξησης του γηράσκοντος πληθυσμού.    

Η σχετιζόμενη με την διατροφή ραχίτιδα παρουσιάζει δύο αιχμές, μια κατά την βρεφική ηλικία και μια στην εφηβεία. Στα μωρά οι διαθέσιμες αποθήκες βιταμίνης D διατηρούνται έως τον 3ο-4ο μήνα ζωής και εφόσον η μητέρα-έγκυος είχε σωστή διατροφή και λάμβανε συμπλήρωμα κατά την διάρκεια της κύησης. Οι ημερήσιες ανάγκες σε βιταμίνη D κυμαίνονται από 400 IU στα υγιή τελειόμηνα βρέφη, στα παιδιά και στους εφήβους ή έως και 2000 IU στις έγκυες/θηλάζουσες και στους ηλικιωμένους. Οι έγκυες γυναίκες αποτελούν ειδικό πληθυσμό, όπου η υποβιταμίνωση D έχει αρνητικό αντίκτυπο στο έμβρυο και μετέπειτα βρέφος. Γυναίκες που δεν λαμβάνουν πρόσθετη βιταμίνη D, τρέφονται ανεπαρκώς με τα παραπάνω τρόφιμα και παραμένουν πολλές ώρες στο σπίτι ή στην δουλειά παρουσιάζουν ένδεια στα αποθέματά της, με συνέπεια να παρέχεται ακόμη μικρότερη ποσότητα στο έμβρυο.     

Η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε βιταμίνη D συσχετίζεται με τα επίπεδά της στο σώμα της μητέρας, αν και γενικά θεωρείται πτωχό σε αυτή, αφού η θηλάζουσα γυναίκα έχει μεγάλες απαιτήσεις σε ασβέστιο.      

Η Αμερικάνικη Ακαδημία Παιδιατρικής συνιστά σε όλα τα αποκλειστικά θηλάζοντα βρέφη, αλλά και σε αυτά που τρέφονται τεχνητά να λαμβάνουν συμπλήρωμα βιταμίνης D σε δόση 400 IU ημερησίως, για όσο καιρό θηλάζουν ή έως ότου λαμβάνουν 1 λίτρο ξένου γάλακτος. Στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου τα διατροφικά συμπληρώματα (γάλατα, κρέμες, ροφήματα, επιδόρπια) είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνη D.   

Η οστεοπενία εντείνεται στους ενήλικες και στα άτομα της τρίτης ηλικίας όταν τρέφονται πλημμελώς, λαμβάνουν τροφές πτωχές σε ασβέστιο και βιταμίνη D και έχουν μειωμένη σωματική άσκηση. Αυτόματα κατάγματα, μυϊκή αδυναμία και διάχυτα οστικά άλγη είναι απότοκα αυτής της κατάστασης. Σχεδόν τα 2/3 των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών έχουν ανεπάρκεια βιταμίνης D.     

Η υποβιταμίνωση D επανέρχεται σήμερα στο προσκήνιο, διότι αφορά όλους τους πληθυσμούς του πλανήτη, ειδικά όπου υπάρχει υποσιτισμός, λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ορίου επιβίωσης και της διαβίωσης στα μεγάλα αστικά κέντρα.

ΘΩΜΑΣ Χ. ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΟΣ